Θέμα /ˈθema/ Noun
- English
- theme
- 한국어
- 주제 (테마)
Example
- Το κεντρικό θέμα της διάσκεψης ήταν η βιώσιμη καινοτομία. (Το κεντρικό ζήτημα / αντικείμενο)
- The central theme of the conference was sustainable innovation.
- Εδώ το 'θέμα' είναι το κύριο αντικείμενο της συζήτησης.