Θέμα /ˈθema/ NounEnglishtopic한국어주제ExampleΤο κύριο θέμα της συζήτησης ήταν οι επερχόμενες εκλογές.The main topic of conversation was the upcoming election.Εδώ το 'θέμα' είναι το κεντρικό σημείο.