Θεσμικός Θεσμικός Adjective
- English
- institutional
- 한국어
- 제도적
Example
- Το πανεπιστήμιο αντιμετωπίζει θεσμικές προκλήσεις σχετικά με τη χρηματοδότηση. [θεσμικές / δομικές / οργανωτικές] — της: The university is facing institutional challenges regarding funding.
- The university is facing institutional challenges regarding funding.
- Εδώ τονίζεται η δομική φύση των προβλημάτων.