θραύσμα /θraˈvzma/ NounEnglishfragment한국어조각ExampleΗ Αστυνομία βρήκε **θραύσματα** γυαλιού κοντά στο σημείο του ατυχήματος.Police found fragments of glass near the scene.Εδώ τονίζεται η υλική φύση της θραύσης.