θρησκευτικός /θri.scef.tiˈkos/ AdjectiveEnglishreligious한국어종교적인ExampleΈχουν βαθιά [θρησκευτικός - πιστός / ευσεβής / λατρευτικός] πεποιθήσεις.They have strong religious beliefs.Εδώ τονίζουμε τη δομή της πίστης.