Θρυλικός /θriˈli.kos/ ΕπίθετοEnglishlegendary한국어레전드 (Legendary)ExampleΗ θρυλική (αξιομνημόνευτη / εξαιρετική) τραγουδίστρια γέμισε το στάδιο.The legendary singer performed to a sold-out stadium.Εδώ τονίζουμε την ιστορική της αξία.