ανακαλώ /anavkalo/ Verb
- English
- recall
- 한국어
- 회상하다 / 상기하다
Example
- Μπορώ να ανακαλέσω στη μνήμη / θυμάμαι / θυμίζομαι έντονα τη μυρωδιά της βροχής εκείνη τη μέρα.
- I can vividly recall the smell of the rain on that day.
- Το «ανακαλώ στη μνήμη» είναι πιο έντονο από το απλό «θυμάμαι».