Κινητό /ciˈnito/ NounEnglishphone한국어휴대전화ExampleΠρέπει να [καλέσω] (τηλεφωνώ / χτυπάω / παίρνω) για να κλείσω ραντεβού.I have to make a phone call.Το 'τηλέφωνο' είναι η συσκευή, το 'τηλεφωνώ' το ρήμα.