τηλέφωνο /tiˈlefono/ Noun
- English
- telephone
- 한국어
- 전화
Example
- Το τηλέφωνο χτυπούσε συνέχεια, σαν να μην έβγαινε η φωνή του — από: Το τηλέφωνο χτυπούσε συνέχεια, σαν να μην έβγαινε η φωνή του.
- The telephone rang while I was cooking dinner.
- Η λέξη είναι άμεσα αναγνωρίσιμη από όλες τις ηλικίες.