της μόδας /tis ˈmoðas/ Adjective

English
fashionable
한국어
세련된

Example

  • Η Μαρία φοράει πάντα τα πιο [της μόδας] ρούχα. (ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ / ΕΠΙΚΑΙΡΟΣ / ΣΤΥΛΑΤΟΣ) — της μόδας
  • She always wears the most fashionable clothes.
  • Η έκφραση 'της μόδας' είναι η πιο άμεση και ευέλικτη.