τμήμα /tmiːˈma/ Noun

English
segment
한국어
부분

Example

  • Καθάρισε ένα μικρό τμήμα του πίνακα. (Τομέας / Μερίδα / Κομμάτι)
  • She cleaned a small segment of the painting.
  • Εδώ το 'τμήμα' είναι η πιο ουδέτερη επιλογή για οπτική περιοχή.