τονίζω /toˈnizo/ Verb

English
emphasize
한국어
강조하다

Example

  • Η έκθεση τονίζει (υπογραμμίζει / δίνει έμφαση) την ανάγκη για καλύτερη ασφάλεια.
  • The report emphasizes the need for better security.
  • Το 'τονίζω' είναι το πιο άμεσο και συχνό αντίστοιχο.