Τράπεζα /ˈtɾapɛza/ NounEnglishbank한국어은행ExampleΔεν έχω πολλά χρήματα στην τράπεζα στο τέλος του μήνα.I don't have much money in the bank at the end of the month.Η φράση «στο τέλος του μήνα» είναι πολύ συνηθισμένη για την οικονομική κατάσταση.