τραπέζι /tɾaˈpezi/ Noun

English
table
한국어
테이블

Example

  • Μαζευτήκαμε γύρω από το τραπέζι της δείπνης για να μοιραστούμε το γεύμα.
  • We gathered around the dinner table to share a meal.
  • Το 'τραπέζι' είναι το κέντρο της οικογενειακής συνάθροισης.