Τραύμα /traˈvma/ Ουσιαστικό

English
trauma
한국어
트라우마

Example

  • Μελετούνται εκτενώς οι επιπτώσεις του τραύματος στον εγκέφαλο.
  • The effects of trauma on the brain are being studied extensively.
  • Εδώ το «τραύμα» είναι η κεντρική επιστημονική έννοια.