τραυματισμός /tɾavma.tiˈzmos/ Noun
- English
- injury
- 한국어
- 부상
Example
- Δύο άτομα υπέστησαν ελαφρείς τραυματισμούς από: πληγή / ζημιά / βλάβη — στο ατύχημα.
- Two people sustained minor injuries in the crash.
- Το 'υπέστησαν' είναι η πιο φυσική σύνδεση με το τραυματισμός.