Τριαντάφυλλο Τριαντάφυλλο Noun

English
rose
한국어
장미

Example

  • Μου χάρισε μια ντουζίνα κόκκινα [τριαντάφυλλα] για τα γενέθλιά της.
  • She received a dozen red roses for her birthday.
  • Το 'τριαντάφυλλο' είναι η μόνη σωστή επιλογή εδώ.