τροπικός /troˈpi.kos/ Adjective

English
tropical
한국어
열대 (Tropical)

Example

  • Απολαύσαμε φρέσκα **τροπικά** φρούτα κάθε πρωί. (Απόλαυση / Γεύση / Φρεσκάδα)
  • We enjoyed fresh tropical fruit every morning.
  • Η λέξη τονίζει την εξωτική προέλευση και τη γλυκύτητα.