βαν /van/ NounEnglishvan한국어밴ExampleΟ οδηγός του [βαν] (φορτηγάκι / κλειστό) πάρκαρε το λευκό όχημα στο πεζοδρόμιο.The delivery driver parked the white van on the curb.Το 'βαν' είναι η πιο άμεση δανειοληψία.