ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΗ /epiˈvaɾinsi/ NounEnglishburden한국어부담ExampleΟι νέοι κανονισμοί βάζουν ένα βαρύ [βάρος] στις μικρές επιχειρήσεις.The new regulations place a heavy burden on small businesses.Εδώ το «βάρος» είναι η οικονομική δυσκολία.