Βάρος /ˈva.ros/ NounEnglishweight한국어무게ExampleΗ βαλίτσα έχει **βάρος** περίπου είκοσι κιλά.The suitcase is about 20 kilos in weight.Εδώ χρησιμοποιούμε το «βάρος» για τη φυσική μάζα.