βαρύτητα /vɐˈriːtita/ Noun

English
gravity
한국어
중력 (Gravity)

Example

  • Ο νόμος της [βαρύτητας] (έλξη / δύναμη έλξης) του Νεύτωνα εξηγεί την κίνηση των πλανητών.
  • Newton’s law of gravity explains planetary motion.
  • Η 'βαρύτητα' είναι ο καθιερωμένος όρος.