βασιλιάς /vasiˈljas/ Noun
- English
- king
- 한국어
- 왕
Example
- Οι Βασιλιάδες (μονάρχης / άρχοντας / ηγεμόνας) και οι βασίλισσες της ιστορίας διαμόρφωσαν τον σύγχρονο κόσμο μας.
- The kings and queens of history shaped our modern world.
- Χρησιμοποιούμε τον πληθυντικό για να συμπεριλάβουμε και τις γυναίκες.