Βάθος /ˈvaθos/ Noun
- English
- depth
- 한국어
- 깊이
Example
- Η πισίνα έχει μέγιστο **βάθος** τριών μέτρων. (Η **απόσταση** / **έκταση** / **πολυπλοκότητα**)
- The pool has a maximum depth of three meters.
- Στην καθημερινή γλώσσα, το 'βάθος' είναι η πιο άμεση επιλογή.