Βοηθός / Σύμβουλος /eɪd/ NounEnglishaide한국어보좌관ExampleΟι βοηθοί του Λευκού Οίκου ετοίμασαν τα ενημερωτικά έγγραφα.The White House aides prepared the briefing papers.Εδώ το 'βοηθός' είναι η πιο άμεση μετάφραση για πολιτικό πλαίσιο.