Βουλή /voˈli/ NounEnglishparliament한국어국회ExampleΗ **Βουλή** ψήφισε ομοφώνως υπέρ της πρότασης.The parliament voted overwhelmingly to support the motion.Το 'Βουλή' είναι το κυρίαρχο όνομα για το Ελληνικό Κοινοβούλιο.