έπαθλο /eˈpaθlo/ NounEnglishprize한국어상ExampleΤης απένειμαν το Νόμπελ Ειρήνης, ένα τεράστιο [βραβείο] — η αναγνώριση ήταν παγκόσμια.She was awarded the Nobel Peace Prize.Το 'απονέμω' είναι το κλασικό ρήμα για βραβεία.