ύφεση /ˈifesi/ Noun
- English
- recession
- 한국어
- 경기 침체
Example
- Πώς αξιολογείτε τον αντίκτυπο της τρέχουσας **ύφεσης** στη μεταποίηση;
- How do you assess the impact of the current recession on manufacturing?
- Η 'ύφεση' είναι ο πιο συνηθισμένος όρος. Η λέξη 'αντίκτυπος' (impact) είναι μαγνητική εδώ.