υφή /iˈfʲi/ Noun

English
texture
한국어
질감

Example

  • Η βελούδινη [υφή] είναι αδιαμφισβήτητη.
  • The soft texture of velvet is unmistakable.
  • Εδώ η «υφή» είναι το κεντρικό χαρακτηριστικό του υφάσματος.