Υλοποίηση /ilo.piˈi.si/ Noun
- English
- implementation
- 한국어
- 실행 (Implementation)
Example
- Η **υλοποίηση** (εφαρμογή / εκτέλεση / πραγμάτωση) του νέου πρωτοκόλλου ασφαλείας ήταν επιβεβλημένη.
- The implementation of the new security protocol was mandatory.
- Εδώ τονίζεται η ολοκλήρωση του σχεδίου.