Υπάρχω /iˈparxo/ Verb

English
exist
한국어
존재하다

Example

  • Μήπως [υπάρχουν] (ζωή / πραγματικότητα / ύπαρξη) σε άλλους πλανήτες;
  • Does life exist on other planets?
  • Εδώ το 'υπάρχω' είναι η πιο φυσική επιλογή για την επιστημονική ερώτηση.