υπαίθριος /ipaˈθe̯os/ Adjective

English
outdoor
한국어
야외 (아웃도어)

Example

  • Απολαύσαμε μια υπαίθρια συναυλία στο πάρκο. [Υπαίθριος / Αίθριος / Εξωτερικός] — της: We enjoyed an outdoor concert in the park.
  • We enjoyed an outdoor concert in the park.
  • Το 'υπαίθριος' είναι το πιο ζεστό και συνηθισμένο για εκδηλώσεις.