υπερβάλλω /ɪɡˈzædʒəreɪt/ VerbEnglishexaggerate한국어과장하다ExampleΤο ξενοδοχείο ήταν χάλια, και δεν το **υπερβάλλω**.The hotel was filthy, and I'm not exaggerating.Εδώ το 'υπερβάλλω' είναι η πιο φυσική επιλογή για έμφαση.