υφίσταμαι /ɪnˈkɜːr/ Verb

English
incur
한국어
초래하다

Example

  • Η εταιρεία **υπέστη** (υφίσταμαι, αόριστος) βαρύτατες απώλειες λόγω της ύφεσης.
  • The company incurred heavy losses during the recession.
  • Το «υφίσταμαι» είναι η μαγνητική επιλογή για οικονομικές απώλειες.