ΥΠΟΧΩΡΗΣΗ / ΑΝΑΔΙΠΛΩΣΗ /i̯poˈxoɾisi/ NounEnglishretreat한국어휴식 (Rest/Retreat)ExampleΗ [υποχώρηση] του στρατού ήταν άτακτη και πανικόβλητη.The army's retreat was chaotic.Εδώ υποδηλώνει στρατιωτική ή τακτική υποχώρηση.