υπαινιγμός /ipa/iˈpɛniɣmos/ Noun

English
hint
한국어
힌트

Example

  • Μου έδωσε μια φαρδιά [υπόδειξη] ότι βαριόταν.
  • She gave a broad hint that she was bored.
  • Εδώ το 'υπόδειξη' είναι η πιο άμεση μετάφραση για 'broad hint'.