ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟΣ /ipohˈvreotikos/ AdjectiveEnglishcompulsory한국어의무적인ExampleΗ Αγγλική είναι μάθημα [υποχρεωτικό] σε αυτό το επίπεδο.English is a compulsory subject at this level.Το «υποχρεωτικό» εδώ είναι η πιο άμεση και συχνή μετάφραση.