Κατάλοιπο /kaˈta.li.po/ NounEnglishresidue한국어잔여물ExampleΤο χημικό [υπόλειμμα] στον εξοπλισμό πρέπει να καθαριστεί σχολαστικά.The chemical residue on the equipment must be cleaned thoroughly.Εδώ το 'υπόλειμμα' είναι η πιο φυσική επιλογή.