υποψιάζομαι /ipsiˈazo.me/ Ο ΎποπτοςEnglishsuspect한국어의심하다 / 용의자ExampleΗ αστυνομία ανακρίνει τον βασικό **ύποπτο**.The police are questioning the main suspect.Το 'ανακρίνει' (questions/interrogates) είναι μαγνητικός συνδυασμός.