ΥΠΟΒΟΛΗ /ipoˈvoli/ Noun

English
submission
한국어
제출(제출물) / 복종(굴복)

Example

  • Ο ηττημένος στρατός αναγκάστηκε σε ολική [υποταγή]. — της [υποταγής]
  • The defeated army was forced into total submission.
  • Εδώ η «υποταγή» είναι το αποτέλεσμα της ήττας.