Σκάνδαλο / Υπόθεση /skaˈndalo/ NounEnglishaffair한국어불륜 / 일ExampleΟ γάμος ήταν μια πολύ κομψή **υπόθεση**.The wedding was a very elegant affair.Εδώ το 'υπόθεση' καλύπτει την έννοια του 'γεγονότος' ή 'εκδήλωσης'.