ΥΠΟΘΕΤΩ /əˈsjuːm/ Ρήμα

English
assume
한국어
짐작하다 / 가정하다

Example

  • Υπέθεσα (μαντεύω / θεωρώ δεδομένο / εικάζω) ότι ήσουν απασχολημένος.
  • I assumed that you were busy.
  • Εδώ χρησιμοποιείται ο Αόριστος, καθώς η πράξη της υπόθεσης ολοκληρώθηκε.