υποθέτω /ipothéˈto/ Verb

English
suppose
한국어
가정하다

Example

  • Το να πάρεις βίζα δεν είναι τόσο απλό όσο το να το **υποθέτεις**.
  • Getting a visa isn't as simple as you might suppose.
  • Εδώ το 'υποθέτω' τονίζει την απλοϊκή εκτίμηση.