Στεγαστικό Δάνειο /stiɣasˈtiko ðaˈnio/ Noun
- English
- mortgage
- 한국어
- 주택담보대출
Example
- Έπρεπε να πάρουμε [υποθήκη] για να αγοράσουμε το πρώτο μας διαμέρισμα.
- We had to apply for a mortgage to buy our first apartment.
- Εδώ εννοούμε τη διαδικασία ή το αποτέλεσμα της δέσμευσης.