Υποτροφία /ipotroˈfia/ Noun
- English
- scholarship
- 한국어
- 장학금
Example
- Κατέθεσε αίτηση για **υποτροφία** (αίτηση / επιχορήγηση / οικονομική ενίσχυση) — για να καλύψει τα δίδακτρα.
- He applied for a scholarship to help with his tuition fees.
- Το «υποτροφία» είναι ο πιο άμεσος όρος.