ζωηρός /viˈvrant/ Ενεργητικός

English
vibrant
한국어
활기찬

Example

  • Η πόλη έχει μια [ζωηρή] νυχτερινή ζωή.
  • The city has a vibrant nightlife.
  • Εδώ το 'ζωηρός' υποδηλώνει κίνηση και δραστηριότητα.