Άφησε /ˈa.fi.se/ Verb

English
let
한국어
-게 하다

Example

  • ΑΣ δούμε το πρόγραμμα ξανά.
  • Let's check the schedule again.
  • Το 'ας' είναι η πιο κοινή αντιστοιχία για το 'let's'.