Αποκλειστικά /apokliˈstika/ Adverb
- English
- strictly
- 한국어
- 엄격히
Example
- Οι κανόνες επιβάλλονται **αυστηρά** (επιτακτικά / με σιδερένια πυγμή / με σφιγμένο χέρι) — of: The rules are strictly enforced.
- The rules are strictly enforced.
- Το 'αυστηρά' εδώ δίνει την αίσθηση της μη διαπραγματεύσιμης επιβολής.