σουτ /ʃut/ Noun

English
shot
한국어
시도 (Attempt) / 한 잔 (Drink)

Example

  • Ακούσαμε μερικές [βολή/πυροβολισμοί/ρίψεις] μακριά.
  • We heard several shots in the distance.
  • Η 'βολή' είναι ο πιο ουδέτερος και συχνός όρος για τον ήχο ή την πράξη.