άθλιος /aˈθlios/ AdjectiveEnglishmiserable한국어비참하다ExampleΉμασταν κρύοι, βρεγμένοι και εντελώς [δυστυχισμένοι].We were cold, wet, and thoroughly miserable.Το 'εντελώς' (thoroughly) ενισχύει το επίθετο, όπως και το 'completely' στα Αγγλικά.